παραπαίρνω

παραπαίρνω
(αόρ. (ε)παραπήρα) μη.
1) брать, получать больше, чем надо (чего-л.);

παραπαίρνω θάρρος — набираться наглости, нахальства;

2) перен. охватывать (кого-л.), овладевать (кем-л.);

με παραπαίρνει ο θυμός — меня зло берёт, разбирает;

με παραπαίρνει ο ΰπνος — слишком долго спать; — разоспаться; — переспать; — проспать;

3) набрасываться (на кого-л.), ругать (кого-л.), кричать (на кого-л.);

μην το παραπαίρνεις το παιδί — не кричи на ребёнка;

§ τό παραπαίρνω επάνω μου — слишком важничать, зазнаваться;

παραπαίρνομαι — вспыхивать, раздражаться; — выходить из себя; — выходить за рамки приличия;

μην παραπαίρνεσαι — держи себя в рамках


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Смотреть что такое "παραπαίρνω" в других словарях:

  • παραπαίρνω — 1. (κυριολ. και μτφ.) παίρνω κάτι περισσότερο από όσο πρέπει 2. μέσ. παραπαίρνομαι περιφέρομαι 3. φρ. α) «παραπήρε θάρρος» ή «παραπήρε αέρα» έγινε πολύ θρασύς β) «τόν παραπήρε ο θυμός» τόν κατέλαβε μεγάλη οργή, εξεμάνη γ) «τόν παραπήρε ο ύπνος»… …   Dictionary of Greek

  • παραπαίρνω — παραπήρα, παραπάρθηκα, παραπαρμένος 1. παίρνω κάτι περισσότερο απ όσο πρέπει, ξεπερνώ τα όρια: Παραπήρα φόρα και δεν ήξερα τι έλεγα. 2. μαλώνω, αποπαίρνω κάποιον: Δεν πρόφτασε ούτε καλημέρα να πει το παιδί και το παραπήρες. 3. μέσ., παραφέρνομαι …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • παραθαρρεύω — 1. έχω πεποίθηση ή εμπιστοσύνη περισσότερη από το κανονικό («παραθαρρεύει πως θα πετύχει») 2. εξοικειώνομαι περισσότερο από όσο πρέπει με κάποιον, παραπαίρνω θάρρος …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»